ΚΟΛΟΚΑΣΙ: ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
Ταξινόμηση
Το συγκεκριμένο επίθετο ‘‘esculenta’’ σημαίνει στα λατινικά, «εδώδιμο». Το κολοκάσι είναι στενά συνδεδεμένο με τα φυτά Xanthosoma και Caladium, τα οποία καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά φυτά.
Κατανομή και Φυσικό Περιβάλλον
Στην Αυστραλία, το είδος Colocasia esculenta var. aquatilis είναι γηγενές στην περιοχή Κίμπερλι της δυτικής Αυστραλίας, όπου η ποικιλία esculenta έχει πολιτογραφηθεί στη Δυτική Αυστραλία, τη Βόρεια Επικράτεια, Κουηνσλάνδη και τη Νέα Νότια Ουαλία.
Τοξικότητα
Η κύρια χρήση του Τάρο (= κολοκασιού) είναι η κατανάλωση των βρώσιμων βολβών και φύλλων του. Στην ωμή του μορφή, το φυτό είναι τοξικό λόγω της παρουσίας του οξαλικού ασβεστίου στους βολβούς και στα φύλλα του. Το οξαλικό ασβέστιο είναι μια ουσία άκρως αδιάλυτη και συμβάλλει στην δημιουργία πετρών στα νεφρά. Έχει προταθεί ως υποκατάστατο του γάλακτος σαν μαζί με άλλες τροφές πλούσιες σε ασβέστιο Ωστόσο, η τοξίνη μπορεί να καταστραφεί στους βολβούς και στα φύλλα, μέσω του μαγειρέματος (βρασίματος και τηγανίσματος) είτε μέσο του μουλιάσματος σε κρύο νερό για μια μέρα, το οποίο το καθιστά αδρανές την τοξίνη και πιο εύγεστο το κολοκάσι. Οι βολβοί μικρού μεγέθους πωλούνται βραστοί και αποφλοιωμένοι, φρέσκοι είτε καταψυγμένοι σε σακούλες με τα δικά τους υγρά, είτε ακόμη σε κονσέρβα. Τα φύλλα είναι πλούσια σε βιταμίνες και μέταλλα. Το Τάρο πωλείται επίσης και ως καλλωπιστικό υδρόβιο φυτό.
Η παγκόσμια μαγειρική χρήση
Η βολβοί τρώγονται συνήθως, ψητοί ή βραστοί και τα φυσικά σάκχαρα του δίνουν μια γλυκιά γεύση καρυδιού. Το άμυλο του είναι εύπεπτο και συχνά χρησιμοποιείται για βρεφικές τροφές. Τα φύλλα είναι μια πολύ καλή πηγή βιταμινών Α και C και περιέχουν περισσότερη πρωτεΐνη από τους βολβούς.
Αζόρες
Στις Αζόρες είναι γνωστό ως ‘‘inhâme’’ και μαγειρεύεται συνήθως στον ατμό με λαχανικά, πατάτες που συνοδεύουν τα κρεατικά καθώς και τα ψάρια. Καταναλώνεται επίσης έως επιδόρπιο, αφού τηγανίζεται σε φυτικό λάδι ή λαρδί, μετά από το μαγείρεμα στον ατμό και το ξεφλούδισμα του. Στη συνέχεια πασπαλίζεται με ζάχαρη και τρώγεται. Καλλιεργείται στην εύφορη γη των Αζόρων, καθώς και σε κολπίσκους, που τροφοδοτούνται από ιαματικές πηγές. Μέσα από τη μετανάστευση, το ‘‘inhâme’’ βρίσκεται συνήθως στον τραπέζι των Αζοριανών όπου και αν βρίσκονται.
Στις Αζόρες είναι γνωστό ως ‘‘inhâme’’ και μαγειρεύεται συνήθως στον ατμό με λαχανικά, πατάτες που συνοδεύουν τα κρεατικά καθώς και τα ψάρια. Καταναλώνεται επίσης έως επιδόρπιο, αφού τηγανίζεται σε φυτικό λάδι ή λαρδί, μετά από το μαγείρεμα στον ατμό και το ξεφλούδισμα του. Στη συνέχεια πασπαλίζεται με ζάχαρη και τρώγεται. Καλλιεργείται στην εύφορη γη των Αζόρων, καθώς και σε κολπίσκους, που τροφοδοτούνται από ιαματικές πηγές. Μέσα από τη μετανάστευση, το ‘‘inhâme’’ βρίσκεται συνήθως στον τραπέζι των Αζοριανών όπου και αν βρίσκονται.
Μπανγκλαντές
Στο Μπαγκλαντές είναι γνωστό ως «mukhi kochu». Μαγειρεύεται συνήθως με μικρές γαρίδες σε μια σάλτσα παχέως κάρυ, ή με αποξηραμένα ψάρια. Τα πράσινα φύλλα του, μαγειρεύονται και θεωρούνται επίσης ως αγαπημένο πιάτο.
Στο Μπαγκλαντές είναι γνωστό ως «mukhi kochu». Μαγειρεύεται συνήθως με μικρές γαρίδες σε μια σάλτσα παχέως κάρυ, ή με αποξηραμένα ψάρια. Τα πράσινα φύλλα του, μαγειρεύονται και θεωρούνται επίσης ως αγαπημένο πιάτο.
Βραζιλία
Στη Βραζιλία η ρίζα είναι γνωστή ως ‘‘inhame’’. Ετοιμάζεται όπως η πατάτα: βραστό, πουρέ, ή κομπόστα. Θεωρείται μια υγιεινή τροφή, ιδιαίτερα καλή για το ανοσοποιητικό σύστημα, και ως προληπτικό κατά της ελονοσίας, του κίτρινου πυρετού και του Δάγκειου πυρετού. Χρησιμοποιείται επίσης σε μορφή πουρέ σαν πρώτες βοήθειες ως επίθεμα για τη θεραπεία του πυρετού και της τοπικής φλεγμονής.
Στη Βραζιλία η ρίζα είναι γνωστή ως ‘‘inhame’’. Ετοιμάζεται όπως η πατάτα: βραστό, πουρέ, ή κομπόστα. Θεωρείται μια υγιεινή τροφή, ιδιαίτερα καλή για το ανοσοποιητικό σύστημα, και ως προληπτικό κατά της ελονοσίας, του κίτρινου πυρετού και του Δάγκειου πυρετού. Χρησιμοποιείται επίσης σε μορφή πουρέ σαν πρώτες βοήθειες ως επίθεμα για τη θεραπεία του πυρετού και της τοπικής φλεγμονής.
Κίνα
Στην Κίνα Τάρο, ‘‘yùnǎi’’, ή ‘‘WUH tau’’ στο Χονγκ Κονγκ και χρησιμοποιείται συνήθως ως κύριο πιάτο (στον ατμό) με ή ως υποκατάστατο άλλων δημητριακών. Μαγειρεύεται συνήθως κοκκινιστό με χοιρινό ή μοσχάρι. Επίσης χρησιμοποιείται στην κουζίνα της νότιας Κίνας σαν ένα είδος ζυμαρικών, καθώς και σαν μια τηγανίτα, ένα πιάτο που ονομάζεται κέικ Τάρο.. Το κέικ taro είναι επίσης μια λιχουδιά που παραδοσιακά τρώγεται κατά τη διάρκεια της κινεζικής Πρωτοχρονιάς. Σε επιδόρπια χρησιμοποιείται σε Tong sui, σε τσάι, ως άρτυμα σε παγωτά και άλλα επιδόρπια στην Κίνα (Γλυκιά πίτα Taro). Στα McDonald 's στην Κίνα, τα Τάρο πωλούνται ως αρωματισμένες πίτες.
Στην Κίνα Τάρο, ‘‘yùnǎi’’, ή ‘‘WUH tau’’ στο Χονγκ Κονγκ και χρησιμοποιείται συνήθως ως κύριο πιάτο (στον ατμό) με ή ως υποκατάστατο άλλων δημητριακών. Μαγειρεύεται συνήθως κοκκινιστό με χοιρινό ή μοσχάρι. Επίσης χρησιμοποιείται στην κουζίνα της νότιας Κίνας σαν ένα είδος ζυμαρικών, καθώς και σαν μια τηγανίτα, ένα πιάτο που ονομάζεται κέικ Τάρο.. Το κέικ taro είναι επίσης μια λιχουδιά που παραδοσιακά τρώγεται κατά τη διάρκεια της κινεζικής Πρωτοχρονιάς. Σε επιδόρπια χρησιμοποιείται σε Tong sui, σε τσάι, ως άρτυμα σε παγωτά και άλλα επιδόρπια στην Κίνα (Γλυκιά πίτα Taro). Στα McDonald 's στην Κίνα, τα Τάρο πωλούνται ως αρωματισμένες πίτες.
Νήσοι Κουκ
Υπάρχουν πολλές φυτείες Τάρο στους Νήσους Κουκ του Ειρηνικού. Η ρίζα τρώγεται βραστή όπως σε πολλά νησιά της Πολυνησίας. Τα φύλλα τρώγονται ως λιχουδιά (γνωστή στους ντόπιους ως Rukau ή "Πράσινοι"), μαγειρεμένα με γάλα καρύδας, κρεμμύδι, κρέας ή ψάρι.
Κόστα Ρίκα
Τρώγεται σε σούπες, ως αντικατάστατο των πατατών.
Κύπρος
Στην Κύπρο, το Τάρο χρησιμοποιείται από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σήμερα είναι γνωστό ως κολοκάσι, το οποίο όνομα είναι συνώνυμο με το όνομα που χρησιμοποιόταν από τους Αρχαίους Ρωμαίους:Colocasia. Τρώγεται συνήθως βρασμένο με σέλινο μπαχαρικά και κρέας σε σάλτσα ντομάτας, δηλαδή γιαχνιστό. Τα μικρά κολοκάσια ονομάζονται «πούλλες» και τρώγονται τηγανητά είναι σε σάλτσα από λιωμένο σκόρδο, φρέσκο χυμό λεμονιού και κόλιανδρο.
Στην Κύπρο, το Τάρο χρησιμοποιείται από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σήμερα είναι γνωστό ως κολοκάσι, το οποίο όνομα είναι συνώνυμο με το όνομα που χρησιμοποιόταν από τους Αρχαίους Ρωμαίους:Colocasia. Τρώγεται συνήθως βρασμένο με σέλινο μπαχαρικά και κρέας σε σάλτσα ντομάτας, δηλαδή γιαχνιστό. Τα μικρά κολοκάσια ονομάζονται «πούλλες» και τρώγονται τηγανητά είναι σε σάλτσα από λιωμένο σκόρδο, φρέσκο χυμό λεμονιού και κόλιανδρο.
Ευρώπη
το τάρο που καταναλωνόταν από τους αρχαίους Ρωμαίους με τον ίδιο τρόπο όπως η πατάτα του σήμερα. Ονόμαζαν την ρίζα του φυτού Colocasia. Ο Ρωμαίος μάγειρας Apicius αναφέρει στο βιβλίο του πολλές μεθόδους για την προετοιμασία του Τάρο συμπεριλαμβανομένων του βρασμού, την προετοιμασία και το μαγείρεμα με σάλτσες μαζί με κρέας ή πουλερικά κτλ. Η χρήση του Τάρο μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συρρικνώθηκε σημαντικά στην Ευρώπη. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό την πτώση του εμπορίου με την Αίγυπτο, που προηγουμένως ελέγχονταν από τη Ρώμη. Έχει παραμείνει δημοφιλής στις Καναρίους Νήσους. Πρόσφατα ωστόσο υπήρξε ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα εξωτικά τρόφιμα και η κατανάλωση του αυξάνεται.
το τάρο που καταναλωνόταν από τους αρχαίους Ρωμαίους με τον ίδιο τρόπο όπως η πατάτα του σήμερα. Ονόμαζαν την ρίζα του φυτού Colocasia. Ο Ρωμαίος μάγειρας Apicius αναφέρει στο βιβλίο του πολλές μεθόδους για την προετοιμασία του Τάρο συμπεριλαμβανομένων του βρασμού, την προετοιμασία και το μαγείρεμα με σάλτσες μαζί με κρέας ή πουλερικά κτλ. Η χρήση του Τάρο μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συρρικνώθηκε σημαντικά στην Ευρώπη. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό την πτώση του εμπορίου με την Αίγυπτο, που προηγουμένως ελέγχονταν από τη Ρώμη. Έχει παραμείνει δημοφιλής στις Καναρίους Νήσους. Πρόσφατα ωστόσο υπήρξε ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα εξωτικά τρόφιμα και η κατανάλωση του αυξάνεται.
Ινδία
Στην Ινδία, το Taro ή Eddoe είναι ένα πολύ κοινό πιάτο σερβίρεται με δίαφορους τρόπους.
Στο Himachal Pradesh, στη βόρειο Ινδία, το τάρο είναι γνωστό ως ghandyali στην περιοχή Mandi. Το πιάτο ονομάζεται patrodu και γίνεται από τα φύλλα του ghandyali.
Μια ψηλή ποικιλία τάρο χρησιμοποιείται ευρέως στη δυτική ακτή της Ινδίας όπου παρασκευάζουν patrode, patrade ή patrada, κυριολεκτικά «φύλλο-τηγανίτα». Στο Dashkin Kanada μια περιοχή της πολιτείας Καρνατάκα το τάρο χρησιμοποιείται ως ένα πιάτο για πρωινό πρόγευμα. Παρασκευάζεται είτε σαν λουκουμάδες ή στον ατμό.
Στο κρατίδιο Μαχαράστρα τα φύλλα, που ονομάζονται alu che paana, αφού αφαιρεθούν οι ίνες, τυλίγονται με μια πάστα ζυμάρι, πάστα ταμαρίντο, κόκκινο τσίλι σε σκόνη, κουρκούμη, κόλιανδρο, asoefotida, αλάτι και μετά ψήνονται στον ατμό. Αυτά μπορούν αργότερα να κοπούν σε κομμάτια και να φαγωθούν ως έχει ή να ελαφρό-τηγανιστούν και αναλωθούν ως σνακ γνωστό ως alu chi wadi. Το πιάτο Alu chya Panan chipatal bhaji, φακές με φύλλα κολοκασιού (Colocasia) και κάρυ, είναι επίσης δημοφιλές. Στο ινδικό κρατίδιο του Γκουτζαράτ με τα φύλλα του φυτού παρασκευάζουν την Πάτρα, ένα πιάτο με ταμαρίντο και άλλα μπαχαρικά. Οι Σίντι το αποκαλούν kachaloo, ενα πιάτο το οποίο τηγανίζεται, και συνδυάζεται ξανά για να γίνει ένα πιάτο που ονομάζεται Σίντι κάρυ.
Στην Κεράλα, στην νότια Ινδία, οι βολβοί taro είναι γνωστοί ως chembu-kizhangu. Χρησιμοποιούνται ως βασικό είδος διατροφής, ως δευτερεύον πιάτο, ή και ως συνοδευτικό σε διάφορα πιάτα, όπως το Sambar. Ως βασική τροφή μαγειρεύεται στον ατμό, και τρώγεται με ένα πικάντικο τσάτνεϊ από πράσινες πιπεριές, ταμαρίντο και ασκαλώνια. Τα φύλλα και οι μίσχοι ορισμένων ποικιλιών του τάρο χρησιμοποιείται ως λαχανικό στην Κεράλα.
Σε άλλες πολιτείες της Ινδίας, Ταμίλ Ναντού και Άντρα Πραντές, οι βολβοί τάρο είναι γνωστοί ωςsivapan-kizhangu, ως chamagadda στις παράκτιες περιοχές της Άντρα και ως chaama dumpa στηνΤελούγκου, και μπορούν να μαγειρευτούν με πολλούς τρόπους, τηγανιτοί σε λάδι με ρύζι , ή μαγειρεμένο σε πικάντικη σάλτσα ταμαρίντο με μπαχαρικά, κρεμμύδι και ντομάτα.
Στην ανατολικό ινδικό κρατίδιο της Δυτικής Βεγγάλης, οι ρίζες τάρο κομμένες σε λεπτές φέτες τηγανίζονται για να κάνουν τα τσιπ που ονομάζονται «kochu bhaja». Οι μίσχοι χρησιμοποιούνται για να μαγειρέψουν ένα πολύ νόστιμο πιάτο το saag, που τρώγεται συχνά ως ορεκτικό με ζεστό ρύζι. Μπορεί επίσης γίνει μια παστα με μπαχαρικά που τρώγεται με ρύζι. Το πιο δημοφιλές πιάτο είναι ένα πικάντικο κάρυ γίνεται με γαρίδες και τα ρίζες τάρο.
Στο ανατολικό ινδικό κρατίδιο της Ορίσα, η ρίζα τάρο είναι γνωστή ως Saru. Τα πιάτα φτιαγμένα από τάρο περιλαμβάνουν το Saru besara (τάρο σε μουστάρδα και σκορδαλιά). Είναι επίσης απαραίτητο συστατικο στην προετοιμασία της κουζίνας Οντία / Ορίγια, το Dalma, όπου τα λαχανικά είναι μαγειρεμένα με dal. Οι ρίζες τάρο βαθιά τηγανισμένες σε λάδι και αναμειγμένες με κόκκινη σκόνη τσίλι και αλάτι είναι γνωστή ως τσιπς Saru.
Στο ινδικό κρατίδιο της Uttarakhand και το γειτονικό Νεπάλ, θεωρείται μια υγιεινή διατροφή με μια ποικιλία από στυλ μαγειρικής. Ο πιο κοινός τρόπος μαγειρέματος είναι το βράσιμο σε αλμυρό νερό σε σιδερένια σκεύη μέχρι να γίνει χυλός. Ένας άλλος τρόπος είναι μαγείρεμα στον ατμό των φρέσκων φύλλων που ονομάζονται GAVA, στέγνωμα στον ήλιο και στη συνέχεια αποθήκευση για μελλοντική χρήση. Ένας άλλος τρόπος μαγειρέματος, των φύλλων και των μίσχων τάρο χρησιμοποιούνται ως πρώτο συστατικό για τουρσιά. Τα φύλλα και στελέχη αναμιγνύονται με μαύρες φακές και στη συνέχεια αποξηραίνονται σε σχήμα μικρών μπάλων που ονομάζονται Badi για να χρησιμοποιηθούν αργότερα. Οι μίσχοι, γίνονται επίσης λιαστοί και αποθηκεύονται για μελλοντική χρήση. Σε μια ξεχωριστή μέρα, οι γυναίκες λατρεύουν τους saptarshi («επτά σοφούς») και να τρωνε ρύζι με λαχανικά φύλλα τάρο, μόνο.
Ιαπωνία
Στην Ιαπωνία ονομάζεται satoimo, κυριολεκτικά «πατάτα του χωριού». Το "παιδί" και "εγγόνι» των βολβών (cormels, cormlets) που εκφύονται από το μητρικό βολβό satoimo, ονομάζονται koimo καιmagoimo, αντίστοιχα, ή γενικότερα imonoko. Το Satoimo έχει διαδοθεί στη Νοτιοανατολική Ασία από τα τέλη της περιόδου Jomon. Ήταν μια περιφερειακή βασική τροφή πριν από έλευση και κυριαρχία του ρυζιού. Ο βολβός satoimo, μαγειρεύεται με ψάρι (dashi) και σάλτσα σόγιας. Ο μίσχος, zuiki, μπορεί επίσης να είναι μαγειρευτεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ποικιλία του.
Στην Ιαπωνία ονομάζεται satoimo, κυριολεκτικά «πατάτα του χωριού». Το "παιδί" και "εγγόνι» των βολβών (cormels, cormlets) που εκφύονται από το μητρικό βολβό satoimo, ονομάζονται koimo καιmagoimo, αντίστοιχα, ή γενικότερα imonoko. Το Satoimo έχει διαδοθεί στη Νοτιοανατολική Ασία από τα τέλη της περιόδου Jomon. Ήταν μια περιφερειακή βασική τροφή πριν από έλευση και κυριαρχία του ρυζιού. Ο βολβός satoimo, μαγειρεύεται με ψάρι (dashi) και σάλτσα σόγιας. Ο μίσχος, zuiki, μπορεί επίσης να είναι μαγειρευτεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ποικιλία του.
Λίβανος
Στο Λίβανο, το τάρο είναι γνωστό ως kilkass και καλλιεργείται κυρίως στις ακτές της Μεσογείου. Τα φύλλα και οι μίσχοι δεν καταναλώνονται στο Λίβανο και η ποικιλία που καλλιεργείται παράγει ελαφρώς στρογγυλούς ή επίμηκες βολβούς που ποικίλουν σε μέγεθος μιας μπάλας του τένις μέχρι αυτό ενός μικρού πεπονιού. Το Kilkass είναι ένα πολύ δημοφιλές πιάτο το χειμώνα, στο Λίβανο, και είναι ετοιμάζεται με δύο τρόπους: «kilkass με φακές», το οποίο είναι ένα στιφάδο αρωματισμένο με λιωμένο σκόρδο και το χυμό λεμονιού και «kilkass με ταχίνι». Μια άλλη κοινή μέθοδος προετοιμασίας του τάρο είναι να βράσει, να ξεφλουδιστεί να κοπεί σε φέτες 1 εκ. πάχος και στη συνέχεια να τηγανιστεί και να μαριναριστεί να μετατραπεί σε "κόκκινο" sumac.
Μαλδίβες
Το Ala καλλιεργείτο ευρέως στις νότιες ατολές, Addu, Fuvahmulah, Huvadhu, και Haddhunmathi. Θεωρείτο ως ένα βασικό είδος διατροφής, ακόμη και μετά την εισαγωγή του ρυζιού. Το Ala και το Οlhu Alaτρώγονται ακόμη ευρέως σε ολόκληρες τις Μαλδίβες. Μαγειρεύονται στον ατμό με αλάτι και τρώγονται με τριμμένη καρύδα μαζί με πάστα τσίλι και ψαρόσουπα. Τρώγονται επίσης ως κάρυ. Οι ρίζες τηγανίζονται σαν τσιπ και επίσης χρησιμοποιούνται επίσης για την παρασκευή ποικιλίες γλυκών.
Το Ala καλλιεργείτο ευρέως στις νότιες ατολές, Addu, Fuvahmulah, Huvadhu, και Haddhunmathi. Θεωρείτο ως ένα βασικό είδος διατροφής, ακόμη και μετά την εισαγωγή του ρυζιού. Το Ala και το Οlhu Alaτρώγονται ακόμη ευρέως σε ολόκληρες τις Μαλδίβες. Μαγειρεύονται στον ατμό με αλάτι και τρώγονται με τριμμένη καρύδα μαζί με πάστα τσίλι και ψαρόσουπα. Τρώγονται επίσης ως κάρυ. Οι ρίζες τηγανίζονται σαν τσιπ και επίσης χρησιμοποιούνται επίσης για την παρασκευή ποικιλίες γλυκών.
Νεπάλ
Το τάρο καλλιεργείται στις ορεινές περιοχές του Νεπάλ. Ο βολβός του Τάρο είναι γνωστός ως pindalu, οι μίσχοι με τα φύλλα είναι γνωστά ως karkalo και Gava. Σχεδόν όλα τα μέρη του φυτού τρώγονται κάνοντας διαφορετικά πιάτα. Τα μεγάλα φύλλα του τάρο χρησιμοποιούνται ως μια εναλλακτική λύση για ομπρέλα όταν υπάρχει απρόσμενη βροχή. Οι βραστοί βολβοί του τάρο σερβίρονται συνήθως με μπαχαρικά, αλάτι και καυτές πιπεριές. Είναι δημοφιλής μεταξύ των βουνίσιων. Οι ψιλοκομμένοι και αποξηραμένοι μίσχοι των φύλλων χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της τούρτας maseura.
Το τάρο καλλιεργείται στις ορεινές περιοχές του Νεπάλ. Ο βολβός του Τάρο είναι γνωστός ως pindalu, οι μίσχοι με τα φύλλα είναι γνωστά ως karkalo και Gava. Σχεδόν όλα τα μέρη του φυτού τρώγονται κάνοντας διαφορετικά πιάτα. Τα μεγάλα φύλλα του τάρο χρησιμοποιούνται ως μια εναλλακτική λύση για ομπρέλα όταν υπάρχει απρόσμενη βροχή. Οι βραστοί βολβοί του τάρο σερβίρονται συνήθως με μπαχαρικά, αλάτι και καυτές πιπεριές. Είναι δημοφιλής μεταξύ των βουνίσιων. Οι ψιλοκομμένοι και αποξηραμένοι μίσχοι των φύλλων χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της τούρτας maseura.
Φιλιππίνες
Στις Φιλιππίνες, το τάρο ονομάζεται Γκάμπι. Μια δημοφιλής συνταγή για τάρο είναι το Laing η οποία προέρχεται από το Μπικόλ περιοχή της Νότιας Luzon [14]. Κύρια συστατικά Το πιάτο είναι taro στέλεχος και φύλλα μαγειρεμένο με γάλα καρύδας, παστά με ζύμωση γαρίδες ή bagoong ψάρια. [ 15] Είναι επίσης έντονα καρυκευμένο με κόκκινη καυτερή τσίλι που ονομάζεται siling labuyo ("τσίλι μάτι του πουλιού"). Ένα άλλο πιάτο όπου taro βρίσκει κοινή χρήση στην κουζίνα Φιλιππίνων είναι η φιλιππινέζικη εθνική στιφάδο, που ονομάζεται sinigang. Η ξινή σούπα γίνεται με χοιρινό και βοδινό κρέας, γαρίδες, ή ψάρι. Αποφλοιωμένες και κύβους taro είναι βασικό συστατικό της sinigang χοιρινό και σε ginataan, ένα γάλα καρύδας και τα taro συνταγή έρημο αναμιγνύεται με σάγο και καρποί.
Στις Φιλιππίνες, το τάρο ονομάζεται Γκάμπι. Μια δημοφιλής συνταγή για τάρο είναι το Laing η οποία προέρχεται από το Μπικόλ περιοχή της Νότιας Luzon [14]. Κύρια συστατικά Το πιάτο είναι taro στέλεχος και φύλλα μαγειρεμένο με γάλα καρύδας, παστά με ζύμωση γαρίδες ή bagoong ψάρια. [ 15] Είναι επίσης έντονα καρυκευμένο με κόκκινη καυτερή τσίλι που ονομάζεται siling labuyo ("τσίλι μάτι του πουλιού"). Ένα άλλο πιάτο όπου taro βρίσκει κοινή χρήση στην κουζίνα Φιλιππίνων είναι η φιλιππινέζικη εθνική στιφάδο, που ονομάζεται sinigang. Η ξινή σούπα γίνεται με χοιρινό και βοδινό κρέας, γαρίδες, ή ψάρι. Αποφλοιωμένες και κύβους taro είναι βασικό συστατικό της sinigang χοιρινό και σε ginataan, ένα γάλα καρύδας και τα taro συνταγή έρημο αναμιγνύεται με σάγο και καρποί.
Πακιστάν
Στο Πακιστάν, το Taro ή Eddoe είναι ένα πολύ κοινό πιάτο που σερβίρεται με ή χωρίς σάλτσα. Ένα δημοφιλές πιάτο είναι arvi gosht,, το οποίο περιλαμβάνει βοδινό κρέας, αρνάκι γάλακτος ή προβατίσιο κρέας. Τα φύλλα τάρο τυλίγονται μαζί με το πουργούρι και στη συνέχεια τηγανίζονται ή μαγειρεύονται στον ατμό για να κάνουν ένα πιάτο που ονομάζεται Pakoda το οποίο συνοδεύεται με κόκκινες πιπεριές και σπόρους Ajwain.
Στο Πακιστάν, το Taro ή Eddoe είναι ένα πολύ κοινό πιάτο που σερβίρεται με ή χωρίς σάλτσα. Ένα δημοφιλές πιάτο είναι arvi gosht,, το οποίο περιλαμβάνει βοδινό κρέας, αρνάκι γάλακτος ή προβατίσιο κρέας. Τα φύλλα τάρο τυλίγονται μαζί με το πουργούρι και στη συνέχεια τηγανίζονται ή μαγειρεύονται στον ατμό για να κάνουν ένα πιάτο που ονομάζεται Pakoda το οποίο συνοδεύεται με κόκκινες πιπεριές και σπόρους Ajwain.
Πολυνησία
Το τάρο θεωρείται το βασικό άμυλο της παραδοσιακής πολυνησιακής κουζίνας, το οποίο εισήχθηκε για πρώτη φορά στα νησιά της Πολυνησίας από τους προϊστορικούς ναυτικούς με καταγωγή από την Νοτιοανατολική Ασία. Ο βολβός ετοιμάζεται με διάφορες μεθόδους όπως το ψήσιμο στον φουρνο, το μαγείρεμα στον ατμό και το ψήσιμο σε γήινους φούρνους (umu ή imu), το βράσιμο, και το τηγάνισμα. Το διάσημο φαγητό βάσης της Χαβάης πόη, γίνεται βασικά από την πολτοποίηση των ρίζων του τάρο με νερό. Το τάρο χρησιμοποιείται επίσης στα παραδοσιακά γλυκά των Σαμόα "fa'ausi", τα οποία αποτελούνται από τριμμένο, μαγειρεμένα τάρο ανακατεμένα με γάλα καρύδας και μαύρη ζάχαρη. Τα φύλλα του φυτού τάρο κατέχουν επίσης σημαντική θέση στην πολυνησιακή κουζίνα, ιδίως ως βρώσιμα περιβλήματα για πιάτα, όπως το Χαβανέζικο laulau, το "palusami" των Φίτζι & Σαμόα (τυλιγμένα φύλλα τάρο με γάλα καρύδας και κρεμμύδια), και το "lupulu" (τυλιγμένο corned beef) των νήσων Τόγκα. Σε τελετές ή δικοινοτικές εκδηλώσεις (γάμους, κηδείες, κλπ.) περιλαμβάνονται παραδοσιακά παρουσίαση τελετουργικά πιάτα με ωμά και μαγειρεμένα φυλλα και βολβούς τάρο. Το χαβανέζικο laulau περιέχει παραδοσιακά χοιρινό κρέας, ψάρι, και lu'au (μαγειρεμένα φύλλα τάρο). Η περιτύλιγμα είναι με μη-βρώσιμα φύλλα Lau ki Χαβάης. Το μαγειρεμένα φύλλα τάρο έχουν τη σύσταση του μαγειρεμένου σπανακιού και είναι ακατάλληλα για χρήση ως περιτύλιγμα.
Το τάρο θεωρείται το βασικό άμυλο της παραδοσιακής πολυνησιακής κουζίνας, το οποίο εισήχθηκε για πρώτη φορά στα νησιά της Πολυνησίας από τους προϊστορικούς ναυτικούς με καταγωγή από την Νοτιοανατολική Ασία. Ο βολβός ετοιμάζεται με διάφορες μεθόδους όπως το ψήσιμο στον φουρνο, το μαγείρεμα στον ατμό και το ψήσιμο σε γήινους φούρνους (umu ή imu), το βράσιμο, και το τηγάνισμα. Το διάσημο φαγητό βάσης της Χαβάης πόη, γίνεται βασικά από την πολτοποίηση των ρίζων του τάρο με νερό. Το τάρο χρησιμοποιείται επίσης στα παραδοσιακά γλυκά των Σαμόα "fa'ausi", τα οποία αποτελούνται από τριμμένο, μαγειρεμένα τάρο ανακατεμένα με γάλα καρύδας και μαύρη ζάχαρη. Τα φύλλα του φυτού τάρο κατέχουν επίσης σημαντική θέση στην πολυνησιακή κουζίνα, ιδίως ως βρώσιμα περιβλήματα για πιάτα, όπως το Χαβανέζικο laulau, το "palusami" των Φίτζι & Σαμόα (τυλιγμένα φύλλα τάρο με γάλα καρύδας και κρεμμύδια), και το "lupulu" (τυλιγμένο corned beef) των νήσων Τόγκα. Σε τελετές ή δικοινοτικές εκδηλώσεις (γάμους, κηδείες, κλπ.) περιλαμβάνονται παραδοσιακά παρουσίαση τελετουργικά πιάτα με ωμά και μαγειρεμένα φυλλα και βολβούς τάρο. Το χαβανέζικο laulau περιέχει παραδοσιακά χοιρινό κρέας, ψάρι, και lu'au (μαγειρεμένα φύλλα τάρο). Η περιτύλιγμα είναι με μη-βρώσιμα φύλλα Lau ki Χαβάης. Το μαγειρεμένα φύλλα τάρο έχουν τη σύσταση του μαγειρεμένου σπανακιού και είναι ακατάλληλα για χρήση ως περιτύλιγμα.
Νότια Κορέα
Στη Νότια Κορέα, ονομάζεται τοράν («αυγό της γης»), και ο βολβός τρώγεται βραστός ενώ τα φύλλα είναι τρώγονται τηγανισμένα. Οι ρίζες τάρο χρησιμοποιούνται για ιατρικούς σκοπούς, κυρίως για τη θεραπεία των τσιμπημάτων των εντόμων. Χρησιμοποιείται στην κορεατική παραδοσιακή σούπα toranguk και ως συστατικό του yukgaejang.
Ισπανία
Η ρίζα τάρο, νιάμε («name» στα ισπανικά) καλλιεργείται κυρίως στην αυτόνομη κοινότητα των Καναρίων Νήσων (Κανάριοι Νήσοι, Ισπανία).
Η ρίζα τάρο, νιάμε («name» στα ισπανικά) καλλιεργείται κυρίως στην αυτόνομη κοινότητα των Καναρίων Νήσων (Κανάριοι Νήσοι, Ισπανία).
Ταϊβάν
Στην Ταϊβάν, το τάρο ονομάζεται Οο-α, και οι ποικιλίες στα σούπερ μάρκετ κυμαίνονται από το μέγεθος των κραμβιών των Βρυξελλών, μέχρι το μέγεθος της γροθιάς του άνδρα. Οι τσιπ τάρο καταναλώνονται σαν σνακ σαν τα τσιπ πατάτας. Σε σύγκριση με τα πατατάκια, τα τσιπ τάρο είναι πιο σκληρά και έχουν γεύση καρυδιού. Άλλα δημοφιλή παραδοσιακά Ταϊβάν σνακ τάρο είναι τηγανισμένες μπάλες τάρο.
Στην Ταϊβάν, το τάρο ονομάζεται Οο-α, και οι ποικιλίες στα σούπερ μάρκετ κυμαίνονται από το μέγεθος των κραμβιών των Βρυξελλών, μέχρι το μέγεθος της γροθιάς του άνδρα. Οι τσιπ τάρο καταναλώνονται σαν σνακ σαν τα τσιπ πατάτας. Σε σύγκριση με τα πατατάκια, τα τσιπ τάρο είναι πιο σκληρά και έχουν γεύση καρυδιού. Άλλα δημοφιλή παραδοσιακά Ταϊβάν σνακ τάρο είναι τηγανισμένες μπάλες τάρο.
Ταϊλάνδη
Στην ταϊλανδέζικη κουζίνα το τάρο ονομάζεται: pheuak και μαγειρεύεται με ποικίλους τρόπους, ανάλογα από την περιοχή. Τα βραστά τάρο είναι άμεσα διαθέσιμα στην αγορά, ήδη καθαρισμένα και κομμένα σε κύβους, σε μικρές τσάντες σελοφάν και τρώγονται σαν σνακ. Κομμάτια από βραστό τάρο με γάλα καρύδας είναι ένα από τα παραδοσιακά γλυκά της Ταϊλάνδης. Τα ωμά τάρο κομμένα σε φέτες και τηγανίζονται και πωλούνται σε σακούλες, όπως τα τσιπ.
Στην ταϊλανδέζικη κουζίνα το τάρο ονομάζεται: pheuak και μαγειρεύεται με ποικίλους τρόπους, ανάλογα από την περιοχή. Τα βραστά τάρο είναι άμεσα διαθέσιμα στην αγορά, ήδη καθαρισμένα και κομμένα σε κύβους, σε μικρές τσάντες σελοφάν και τρώγονται σαν σνακ. Κομμάτια από βραστό τάρο με γάλα καρύδας είναι ένα από τα παραδοσιακά γλυκά της Ταϊλάνδης. Τα ωμά τάρο κομμένα σε φέτες και τηγανίζονται και πωλούνται σε σακούλες, όπως τα τσιπ.
Τουρκία
Το τάρο καλλιεργείται στη νότια ακτή της Τουρκίας, ειδικά στη Μερσίνα και την Αττάλεια. Μαγειρεύεται βρασμένο με φασόλια και κρέας σε σάλτσα ντομάτας ή με ρεβίθια.
Ηνωμένες Πολιτείες
Στις αμερικανικές κινεζόπολεις, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά τάρο στην κινέζικη κουζίνα, αν και δεν είναι τόσο δημοφιλής όσο σε χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού. Από τα τέλη του 20ου αιώνα, τα τσιπ τάρο, είναι διαθέσιμα σε πολλά σουπερμάρκετ και καταστήματα φυσικών τροφίμων. Στη δεκαετία του 1920, τοdasheen, όπως ήταν γνωστό, χρησιμοποιήθηκε από τον Γραμματέα του Τμήματος Γεωργίας της Φλόριντα ως μια πολύτιμη καλλιέργεια για την ανάπτυξη των χωρων απορριμμάτων. Η περιοχή Fellsmere, της Φλόριντα, κοντά στην ανατολική ακτή, ήταν μια αγροτική περιοχή ιδανική για την καλλιέργεια dasheen. Το τάρο χρησιμοποιόταν στη θέση των πατατών και το αποξήραναν για την παρασκευή αλευριού. Το αλεύρι Dasheen χρησιμοποιόταν για να παρασκευή άριστα τηγανίτων, αναμιγμένο με αλεύρι σίτου. Σε περιοχές με μεγάλες ισπανικές και πορτογαλικές κοινότητες (κυρίως από το Πουέρτο Ρίκο, όπου ονομάζεται "Malanga", την Κούβα, την Δομινικανή Δημοκρατία, τις Αζόρες, κ.λ.π.), ονομάζεται inhame.
Βιετνάμ
Στο Βιετνάμ, το τάρο ονομάζεται «khoai mon», και χρησιμοποιείται ως γέμιση σε σπρινγκ ρολλς, κέικ, πουτίγκες, ροφήματα, σούπες και άλλα επιδόρπια. Το τάρο χρησιμοποιείται και ως επιδόρπιο, το che khoaimon, το οποίο είναι κολλώδης ρυζόγαλο με ρίζες τάρο. Οι μίσχοι χρησιμοποιούνται επίσης σε σούπες, όπως την σούπα canh Chua.
Στο Βιετνάμ, το τάρο ονομάζεται «khoai mon», και χρησιμοποιείται ως γέμιση σε σπρινγκ ρολλς, κέικ, πουτίγκες, ροφήματα, σούπες και άλλα επιδόρπια. Το τάρο χρησιμοποιείται και ως επιδόρπιο, το che khoaimon, το οποίο είναι κολλώδης ρυζόγαλο με ρίζες τάρο. Οι μίσχοι χρησιμοποιούνται επίσης σε σούπες, όπως την σούπα canh Chua.
Δυτική Αφρική
Το τάρο καλλιεργείται και καταναλώνεται ως βασική τροφή στη Δυτική Αφρική, κυρίως στη Νιγηρία και το Καμερούν. Λέγεται cocoyam στη Νιγηρία, Γκάνα και Καμερούν αγγλόφωνες. Λέγεται macabo στο γαλλόφωνο Καμερούν.
Δυτικές Ινδίες
Το τάρο ονομάζεται «dasheen», σε αντίθεση με τους μικρότερους βολβους που ονομάζονται «eddo» στην αγγλόφωνες χώρες των Δυτικών Ινδιών, και καλλιεργείται και καταναλώνεται ως βασική τροφή στην περιοχή. Στις ισπανόφωνες χώρες της ισπανικής Δυτικές Ινδίες ονομάζεται, «name» ή «Malanga». Η πορτογαλική παραλλαγή inhame, χρησιμοποιείται στις πρώην πορτογαλικές αποικίες όπου το τάρο, εξακολουθεί να καλλιεργείται, συμπεριλαμβανομένων των Αζορών και της Βραζιλίας.
Σε ορισμένες χώρες, όπως η Τρινιντάντ & Τομπάγκο, τα φύλλα του Dasheen, ή Taro, μαγειρεύονται πολτοποιημένα σε μια παχιά σούπα ονομάζεται callaloo. Το Callaloo μερικές φορές είναι φτιαγμένο με καβούρια, γάλα καρύδας, κολοκύθα και μπάμιες. Σερβίρονται συνήθως μαζί με ρύζι
.http://news.karpasha.com
.http://news.karpasha.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου